Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28/12/10

Τὰ Χριστούγεννα τοῦ ταπεινοῦ

–Πῶς τὸν ἐβλέπεις τὸν καιρὸ καπετάνιε;
–Χιονιᾶς, κουμπάρε, χιονιᾶς καιρὸς μουγγός, κυαμέτ.
Ὁ ἐρωτῶν, ἄνθρωπος ὥριμος, φιλέρημος, μὴ φεύγων τοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ τὴν κακίαν τῆς ἡμέρας, εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ ξεκινήση διὰ ν’ ἀνάψη τὰ κανδήλια ἐξωκκλησίων μιὰ κι’ ἐπλησίαζε μεγάλη γιορτή, καὶ νὰ σκουπίση ὅσα ἐξ αὐτῶν εἶχον τὴν ἀνάγκην.
Ὁ ἀπαντήσας παλαιὸς καπετάνιος σὲ τρεχαντήρια καὶ σκοῦνες καὶ γολετιά, ἐξαριθμήσας φουρτοῦνες καὶ κύματα καὶ ἀέρηδες, ὅσους δὲν χωρεῖ ἡ μνήμη, ἔχαιρε φήμην μὴ διαψευδομένου μετεωρολόγου.
Ξέμπαρκος ἀπό τινων ἡμερῶν διὰ νὰ ἑορτάση μὲ τὴν οἰκογένειάν του τὰς ἐπερχομένας ἐορτὰς τῶν Χριστουγέννων, συνεδέετο μὲ κουμπαριὰν μὲ τὸν ἐρωτήσαντα, καὶ κατὰ τὸν ἐσωτερικόν των κόσμον ἦσαν ὅμοιοι.
Καὶ οἱ δύο ἅπλωναν τὴν νοσταλγίαν τῆς καρδιᾶς των, στὰ πέραν, στὰ μακρυνά, στὰ ἄπιαστα, ἐκεῖ ποὺ δὲν φθάνει καράβι, στὰ πόδια τοῦ Ἀπερίγραπτου, ἐκεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων βρίσκουν τὴν πηγήν τους καὶ πίνουν φῶς.
Καὶ ὁ μὲν καπετάνιος, ἀποχαιρετήσας τὸν κουμπάρον του, ἤνοιξε τὴν πόρτα τοῦ μικροῦ καφενείου τῆς παραλίας, εἰσῆλθε καὶ ἐκάθισε παρὰ τὸ ὑαλόφρακτον, ἀγναντεύων τὰ δεμένα καράβια καὶ καΐκια καὶ τὴν μεγάλην θάλασσαν ρυτιδουμένην ἀπὸ τὶς ἀρουφλιὲς τοῦ χιονιᾶ. Παρήγγειλε ἕνα ζεστὸ καὶ ἀρωματῶδες φασκόμηλο, τέτοιο ποὺ μόνον στὰ νησιὰ τῶν Κυκλάδων φύεται, καὶ ἤρχισε νὰ ξετυλίγεται ἡ ἡμέρα του.
Ὁ ἄλλος, ἐξεκίνησε φέρων μικρὸν καλάθιον, μὲ ὅσα ἦσαν χρειαζούμενα, λίγο λάδι, μολυβῆθρες, θυμίαμα, σπίρτα, μισὸ ὁλόφρεσκο ψωμί, ἐλαίας, καὶ κρόμμυον. Ἡ νηστεία τοῦ σαρανταημέρου ἦταν περὶ τὸ τέλος της, ἀλλὰ ἡ ἁπλότης τοῦ εἶναι του ἐφρούρει καλῶς τὴν ἐγκράτειά του. Ἔφερε πατατούκαν ναυτικὴν παρέχουσαν θαλπωρὴν εἰς τὸ σῶμα του, καὶ πολλάκις εὐχαρίστει τὸν Ἅγιον διότι τὸν ἠξίωσε νὰ ἔχη καὶ μίαν πατατούκαν.
Ἀφοῦ ὁδοιπόρησε περὶ τὴν ὥραν καὶ ἤναψε τὰ καντήλια καὶ ἐσκούπισε τὸ ἀπόμερον ἐξωκκλῆσι, τὸ ἐκτισμένον ὑψηλὰ εἰς τοὺς βράχους, καὶ ἔψαλλε ὅσα τῶν Χριστουγέννων ἀνέβαινον ἀπὸ μέσα του στὰ χείλη του, ἐβγῆκε καὶ ἐκάθισε εἰς τὸ προσήνεμον τοῦ ἐξωκκλησιοῦ, τὸ βλέπον πρὸς τὸν νοτιᾶν, καὶ ἔβαλε στὸ στόμα του μίαν μπουκιὰν ψωμὶ καὶ δύο ἐλαίας. Τὸ βουνὸν κατρακυλοῦσε πρὸς τὸν αἰγιαλόν, καὶ εἰς τὰ πρασινίζοντα ἀπὸ τὰς πρωΐμους βροχὰς χωράφια καὶ καυκάρες, στὶς ἀνατειχιές, διὰ νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τὸ ἀραιὸ χιονόνερο ποὺ ἄρχισε νὰ πέφτη.
Καὶ ἐσυλλογίζετο, καὶ διελογίζετο καὶ ἤρχοντο αὐτόκλητοι αἱ ἀναμνήσεις του, καθαρές, ὁλοζώντανες, ντυμένες μὲ τὸ ἄρωμα τοῦ παρελθόντος, ποὺ χωρὶς αὐτό, τὸ μέλλον εἶναι ἀνύπαρκτον, καὶ τὸ συναίσθημα τῆς φυγῆς ὀγκοῦτο μέσα του.
Νὰ φύγη μακράν, σὲ τόπον ἀκόκοσμον, ὅπου νὰ ἑορτάση Χριστούγεννα μὲ τὸν ἴδιον τὸν Χριστόν. Θὰ ἐπορεύετο ἐξώκοσμος καὶ βλέποντας τ’ ἀχνάρια τῶν Ἁγίων Του ποδῶν, θὰ τὸ εὕρισκε καὶ θὰ ἐώρταζε μαζύ Του. Καὶ ὅταν Τὸν εὕρισκε, θὰ σταματοῦσε ἡ φυγή του καὶ ἄλαλος καὶ ἔκθαμβος θὰ κατενύγετο ὁλόκληρος. Καὶ τὰ χείλη του ἐψιθύριζον τῆς «Μεγάλης Βουλῆς Σου τὸν Ἄγγελον, Κύριε…». Καὶ συνέχισε νὰ διαλογίζεται ὅτι αὐτὰ θὰ ἦσαν τ’ ἀληθινὰ Χριστούγεννα.
Ἐσταμάτησεν ὅμως εἰς τὸν προθάλαμον αὐτῶν τῶν ἐκθαμβωτικῶν προεορτίων του μιὰ καὶ ἦλθε ἐκείνη τὴ στιγμὴ στὸ ἐξωκκλῆσι, καὶ ἕνας χωριανὸς μὲ τὸ γαϊδουράκι του νὰ ξαποστάση ἀπὸ τὸν δέροντα αὐτὸν βορρᾶν. Ἐγύριζε στὸ χωριό του, μολονότι δὲν εἶχε ἀκόμη μεσημεριάση, διότι καὶ αὐτὸς δὲν τὴν ἔβλεπε μὲ καλὸ μάτι τὴν κακοκαιρίαν, καὶ μιὰ καὶ ἦταν παραμονὴ Χριστουγέννων ἂς πήγαινε καὶ ἐνωρίτερα.
Τὰ εἶπαν καλόκαρδα καὶ μὲ λίγα λόγια καὶ ὁ φίλος μας συνέχισε τὴν πορείαν του δι’ ἄλλο ἐξωκκλῆσι. Ὁ χωριανὸς ἀφοῦ ξαπόστασε, ἐσκέφθη ὅτι καιρὸς ἦταν νὰ πηγαίνη στὸ χωριό. Καὶ καθὼς ἐγνώριζε σὲ ποιὸ ἐξωκκλῆσι κατηυθύνετο ὁ γνωστός του, τὤβαλε νὰ περάση ἀπὸ ἐκεῖ νὰ βολέψη καὶ τὰ ζωντανά του. Κινούμενος καὶ ἀπὸ τὴν ἀπροσδιόριστον περιέργειαν τῶν χωρικῶν, ἐπῆρε τὸ δεξὶ μονοπάτι καὶ μετὰ ὥραν περίπου εὑρέθη στὸ κτῆμα του ὅπου τὰ ζωντανά του. Ὀλίγον παρέκει εὑρίσκετο τὸ ἐξωκκλῆσι, στὴν ἄκρη μιᾶς λαγκαδιᾶς ὅπου το καλοκαῖρι θρασομανοῦσαν οἱ λιγαριὲς καὶ οἱ διράφες.
Καθυστέρησεν ὅμως πολὺ περισσότερον ἀπὸ ὅτι ὑπελόγισε ἀρχικῶς, διότι ηὗρε τὶς προβατίνες του γεννημένες καὶ ἔπρεπε νὰ τὶς ὁδηγήση μὲ τὰ νεογνά των, εἰς τὸ κελλόσταυρον.
Ἐπλησίαζε τὸ δειλινόν. Τὸ χιονόνερο ἔγινε χιόνι, σὲ λίγο θὰ σκοτείνιαζε ἔτσι ὅπως ἦταν ὁ καιρός. Ἡτοιμάσθη νὰ φύγη καὶ τότε θυμήθηκε πὼς δὲν εἶδε τὸν γνωστόν του νὰ κατηφορίζη ἀπὸ τὸ ἐξωκκλῆσι, καὶ πάλιν κινούμενος καὶ ὠθούμενος ἀπὸ τὴν ἴδιαν περιέργειαν, ἀνέβηκε τ’ ἀνηφοράκι καὶ σιγὰ καὶ διακριτικὰ ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ ἐμπῆκε ἀλαφροπάτητος στὴν ἐκκλησία.
Τὰ κανδήλια ἦσαν ὅλα ἀναμμένα καὶ δύο-τρία κεράκια στὸ μικρὸ καὶ πρόχειρο μανουάλι, ἐνέτειναν τὶς φλόγες των πρὸς τὸν προορισμὸν πάσης ἀναστάσεως.
Ηὗρε τὸν γνωστόν του νὰ προσεύχεται γονατισμένος, τοῦ καλοῆρθε καὶ τοῦ χωριανοῦ τὸ γαλήνιο ἀραξοβόλι τῆς ἐκκλησίας, ὕστερα ἀπὸ τὸν ὀρχούμενον ἔξω χιονιᾶν καὶ στάθηκε χωρὶς καὶ νὰ διερωτᾶται διὰ τὸ διατί. Τὸν ἄκουσε πάλι νὰ ψιθυρίζη «Τῆς Μεγάλης Βουλῆς Σου τὸν Ἄγγελον Κύριε…» καὶ ἡ γαλήνη τοῦ προσευχομένου καὶ ἡ πραότης τῶν ἠρεμουσῶν μορφῶν τῶν Ἁγίων, ὀλίγαι εἰκόνες ἀπὸ ἁπλοϊκὰ χέρια ἄτεχνοι κατὰ τὴν ὄψιν, περίτεχνοι ὅμως κατὰ τὴν ἔκφρασιν, τὸν ἔκαμαν νὰ λυγίση καὶ αὐτὸς τὰ γόνατά του καὶ νὰ μπῆ σὲ προσευχὴ ἄδηλη καὶ ἄλαλη.
Τὴν ἁγίαν αὐτὴν μακαριότητα τῶν δύο ἀνδρῶν διέκοψεν πραγματικὸς βρόντος τῆς ἐξώθυρας καὶ ἡ εἴσοδος τοῦ Μιχάλαρου, ὑψηλοῦ καὶ εὐρώστου συγχωριανοῦ καὶ συγγενοῦς τοῦ προηγηθέντος, καὶ ὁ ὁποῖος χωρὶς ἄλλο προοίμιον, πρὸς τὸ εὐάριθμον ἐκκλησίασμα, ἐφώναξε: «Ἦντά ᾽γινες βρὲ Κωσταντῆ καὶ μᾶς ἔβαλες σὲ ἔγνοια;», ὑπονοῶν ὅτι ἀνησύχησαν στὸ χωριὸ ἐκ τῆς ἀδικαιολογήτου ἀργοπορίας του. «Κακοβάλαμε μήπως καὶ γκρεμίστηκες στὸν κακόβολο, ἀλλὰ νἆσαι, δόξα σοι ὁ Θεός! Καὶ τί κάνετε μαθὲς τώρα ἐδῶ πά;»
Ὁ χωριανὸς προσπαθῶν νὰ κατέβη ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ εἶχεν εὑρεθῆ, συνῆλθε καὶ τοῦ ἀπήντησε:
«Τί κάναμε; Χριστούγεννα κάναμε. Τὰ καλύτερα Χριστούγεννα τῆς ζωῆς μου».

Νικοδήμου Φουρτουνάτου (Νικολάου Κυρηνοπούλου), «ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟΝ», Ἐκδόσεις «ΤΗΝΟΣ»

Πηγή: christianvivliografia.wordpress.com

24/2/10

Τὸ ἄλλο της μάτι...

Ἡ μητέρα του εἶχε μόνο ἕνα μάτι...
Ντρεπόταν γι' αὐτὴν κι ὧρες-ὧρες τὴν μισοῦσε.
Ἡ δουλειά της ἦταν μαγείρισσα στὴν φοιτητικὴ λέσχη. Μαγείρευε γιὰ τοὺς φοιτητὲς καὶ τοὺς καθηγητὲς γιὰ νὰ βγάζη τὰ ἔξοδά τους.
Δὲν ἤθελε νὰ τοῦ μιλάη γιὰ νὰ μὴ μαθαίνουν ὅτι εἶναι παιδὶ μίας μητέρας μὲ ...ἕνα μάτι! Οἱ φοιτήτριες ἔφευγαν γρήγορα, ὅποτε τὴν ἔβλεπαν νὰ βγαίνη γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν κουζίνα κι ἔλεγαν πὼς δὲν ἄντεχαν τὸ θέαμα καὶ πὼς τοὺς προκαλοῦσε ἀνυπόφορη ἀνατριχίλα...
Μὰ ἀπὸ μικρὸς εἶχε πρόβλημα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς μητέρας του.
Μιὰ μέρα, ὅταν ἀκόμη πήγαινε στὸ δημοτικό, πέρασε ἡ μητέρα του στὸ διάλειμμα γιὰ νὰ τοῦ πῆ ἕνα γειά.
Ἔνοιωσε πολὺ στενοχωρημένος. «Πῶς μπόρεσε νὰ μοῦ τὸ κάνη αὐτό;», ἀναρωτιόταν...
Τὴν ἀγνόησε, τῆς ἔρριξε μόνο ἕνα μισητὸ βλέμμα κι ἔτρεξε.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα, ἕνας ἀπὸ τοὺς συμμαθητές του τοῦ φώναξε: «Ἔεεε, ἡ μητέρα σου ἔχει μόνο ἕνα μάτι...»
Ἤθελε νὰ πεθάνη, νὰ ἐξαφανισθῆ.
Ὅταν γύρισε στὸ σπίτι, τῆς εἶπε: «Ἂν εἶναι ὅλοι νὰ γελᾶνε μαζί μου ἐξ' αἰτίας σου, τότε καλύτερα νὰ πεθάνης!»
Αὐτὴ δὲν τοῦ ἀπήντησε...
«Δὲν μὲ νοιάζει τί εἶπα ἢ τί αἰσθάνθηκε, διότι ἤμουν πολὺ νευριασμένος», ἔλεγε ἀργότερα σ' ἕνα φίλο του.
«Ἤθελα νὰ φύγω ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σπίτι καὶ νὰ μὴν ἔχω καμμία σχέσι μαζί της. Ἔτσι, διάβασα πάρα πολὺ σκληρά, μὲ σκοπὸ νὰ φύγω μιὰ μέρα μακρυὰ γιὰ σπουδὲς καὶ τὰ κατάφερα, μὰ ἦλθε κι ἔπιασε αὐτὴν τὴν δουλειὰ στὴν λέσχη γιὰ νὰ μὲ βοηθάη...
Δὲν μποροῦσε νὰ πάη πουθενὰ ἀλλοῦ;»
Ἀργότερα νυμφεύθηκε. Ἀγόρασε ἕνα δικό του σπίτι. Ἔκανε δικά του παιδιὰ κι ἦταν εὐχαριστημένος μὲ τὴν ζωή του, τὰ παιδιά του, τὴν γυναῖκα του καὶ τὴν δουλειά του.
Μιὰ μέρα -μετὰ ἀπὸ χρόνια ἀπουσίας, ὅπως ὁ ἴδιος τῆς ζήτησε- ἡ μητέρα του πῆγε νὰ τὸν ἐπισκεφθῆ. Δὲν εἶχε δῆ ποτὲ ἀπὸ κοντὰ τὰ ἐγγόνια της. Μόλις ἐμφανίσθηκε στὴν πόρτα, τὰ παιδιά του ἄρχισαν νὰ γελοῦν. Θύμωσε, ἐπειδὴ εἶχε πάει χωρὶς νὰ τοῦ τὸ ζητήση καὶ χωρὶς νὰ τὸν προειδοποιήση.
Τότε τῆς φώναξε: «Πῶς τολμᾶς νὰ ἔρχεσαι ξαφνικὰ στὸ σπίτι μου καὶ νὰ τρομάζης τὰ παιδιά μου; Βγὲς ἔξω! Φύγε!»
Ἡ μητέρα του ἀπήντησε γαλήνια: «Ἄ, πόσο λυπᾶμαι, κύριε! Μᾶλλον μοῦ ἔδωσαν λάθος διεύθυνσι!» κι ἐξαφανίσθηκε, χωρὶς νὰ καταλάβουν τὰ μικρὰ πὼς εἶναι γιαγιά τους...
Πέρασαν χρόνια καὶ μιὰ μέρα βρῆκε στὸ γραμματοκιβώτιο τοῦ σπιτιοῦ του μία ἐπιστολὴ γιὰ τὴν σχολικὴ συγκέντρωσι τῆς τάξεώς του ἀπὸ τὸ δημοτικὸ σχολεῖο, ποὺ θὰ γινόταν στὴν πόλι ποὺ γεννήθηκε...
Εἶπε ψέμματα στὴν γυναῖκα του, ὅτι θὰ ἔκανε ἕνα ἐπαγγελματικὸ ταξείδι καὶ πῆγε.
Ὅταν τελείωσε ἡ συγκέντρωσις τῶν συμμαθητῶν, πῆγε στὸ σπίτι ὅπου μεγάλωσε, ἀπὸ περιέργεια...
Οἱ γείτονες τοῦ εἶπαν ὅτι ἡ μητέρα του εἶχε πεθάνει προσφάτως.
Δὲν ἔβγαλε οὒτε ἕνα δάκρυ.
Τοῦ ἔδωσαν ἕνα γράμμα, ποὺ εἶχε ἀφήσει γι' αὐτόν:

«Ἀγαπημένε μου γυιέ, σὲ σκέφτομαι συνεχῶς.
Λυπᾶμαι ποὺ ἦρθα στὸ σπίτι σου καὶ φόβισα τὰ παιδιά σου.
Ἔμαθα ὅτι ἔρχεσαι γιὰ τὴν σχολικὴ συγκέντρωσι κι ἔνοιωσα χαρούμενη.
Ἀλλὰ φοβᾶμαι ὅτι μπορεῖ νὰ μὴν εἶμαι σὲ θέσι νὰ σηκωθῶ ἀπὸ τὸ κρεββάτι γιὰ νὰ ἔρθω νὰ σὲ δῶ.
Ἔγραψα αὐτὸ τὸ γράμμα γιὰ νὰ σοῦ τὸ δώσουν, ἂν δὲν μὲ προφθάσης.
Στενοχωριέμαι ποὺ σ' ἔφερνα σὲ δύσκολη θέσι καὶ ντρεπόσουν γιὰ μένα ὅσο ἤσουν μικρός.
Βλέπεις ...ὅταν ἤσουν πολὺ μικρός, εἶχες ἕνα σοβαρὸ ἀτύχημα κι ἔχασες τὸ μάτι σου.
Δὲν θὰ μποροῦσα νὰ σὲ βλέπω νὰ μεγαλώνης μὲ ἕνα μάτι.
Ἔτσι, σοῦ ἔδωσα τὸ δικό μου.
Ἤμουν τόσο ὑπερήφανη, ποὺ ὁ γυιός μου θὰ ἔβλεπε τὸν κόσμο μὲ τὴν δική μου βοήθεια, μὲ τὸ δικό μου μάτι...
Ἔχεις πάντα ὅλη τὴν ἀγάπη μου.
Ἡ μητέρα σου.»

14/10/09

Οἱ λέξεις καὶ τὰ κοσμήματά τους

τοῦ Χρήστου Τσάμη

Μιὰ φορὰ καὶ ἕναν καιρό, στὶς σκοτεινὲς αἴθουσες μιᾶς παλιᾶς βιβλιοθήκης ἄνθρωποι σοφοὶ μὲ λευκὲς γενειάδες, μακρυὰ φορέματα καὶ γυαλιά, ἕπειτα ἀπὸ πολύχρονες μελέτες, συζητήσεις, τσακωμούς, δύο μαδημένους πώγωνες κι ἕνα πρησμένο μάτι, δημιούργησαν πέντε νέες ὑπάρξεις, προσφορά στὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν πρόοδο.
Ἦταν μικροσκοπικές , ἴσα ποὺ τὶς ἔπιανε τὸ μάτι. Κάθε μιὰ εἶχε κάτι ἰδιαίτερο, προσωπικὸ καὶ ξεχωριστό. Ἐπίσης, ποτὲ μά ποτὲ δὲν ἐμφανίζονταν ὅλες στὸ ἴδιο μέρος. Ἀποτελοῦσαν δύο ξεχωριστὲς οἰκογένειες, μέλη τῶν ὁποίων σπανίως ζευγάρωναν, χωρὶς ὅμως νὰ ἀφήνουν ἀπογόνους.
Στὴν πρώτη ἀνῆκαν δύο δίδυμες ἀδελφές, πολὺ πνευματώδεις, ποὺ ὅταν ἡ μιὰ κοιταζόταν στὸν καθρέφτη, ἔβλεπε τὴν ἄλλη. Αὐτὸ τὶς ἐκνεύριζε τόσο, ὥστε οὐδεὶς τὶς εἶχε δῆ μαζὶ τὰ τελευταῖα δύο χιλιάδες χρόνια. Οἱ λοιπὲς τρεῖς ἀποτελοῦσαν τὸ πλέον παράξενο σύνολο τῆς οἰκουμένης. Καθεμιὰ εἶχε τὸν δικό της τόπο. Οἱ ἀκριανὲς βρίσκονταν συνήθως μὲ γυρισμένη τὴν πλάτη ἡ μιὰ στὴν ἄλλη. Ἡ μεσαία κυμάτιζε σὰν λευκὴ σημαία ἀνάμεσά τους, προσπαθῶντας νὰ τὶς συμφιλιώση.
Γιὰ αἰῶνες ἀποτελοῦσαν στολίδια στὰ κείμενα τῶν γραμματισμένων. Κοσμοῦσαν τὰ πεζὰ γράμματα δίνοντας σὲ κάθε λέξι τὴν αἴγλη καὶ τὸν χαρακτῆρα της. Χάρις σ᾿ αὐτὲς ἦταν ἐμφανὴς στὸ «κῦμα» ὁ κυματισμός, στὸν «ὕμνο» ἡ πνευματικότης, στὸ «μὰ» τῆς ἀντιθέσεως ἢ τοῦ ὄρκου ἡ σαφὴς διάκρισις.
Κάθε λέξις μὲ τοῦτα τὰ σημάδια ἔνοιωθε ξεχωριστὴ καὶ καμάρωνε γιὰ τὴν ὀμορφιά της. Ὥσπου μιὰ νύχτα, σὲ μιὰ κατὰ τὰ ἄλλα φωτισμένη αἴθουσα, οἱ ἀποκαλούμενοι ἐθνοπατέρες ἐσκέφθησαν καὶ τὶς λέξεις. Ἀποφασίζοντας πρὶν ἀπ᾿ αὐτὲς γι᾿ αὐτές, χωρὶς φυσικὰ νὰ ρωτήσουν κανέναν, κατέληξαν, ἴσως λόγῳ τοῦ σκοτισμένου τους νοῦ, πὼς οἱ καημένες κουράζονταν νὰ κουβαλοῦν σὰν ἀχθοφόροι τὸ βάρος τόσων σημαδιῶν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τὶς ἀπαλλάξουν καὶ τὸ ἔπραξαν σὰν μαθητευόμενοι κουρεῖς σὲ κορασίδων κόμες.
Τὸ πρωΐ, ὅλες οἱ λέξεις ἔμοιαζαν μὲ νεοσύλλεκτους τὴν πρώτη μέρα τῆς κατατάξεώς τους. Χωρὶς τὰ σημάδια τους ἔνοιωθαν γυμνές, ἄσχημες, πληγωμένες. Ἰδίως οἱ μονοσύλλαβες, πού καλοῦνταν τώρα νὰ ἐμφανίζωνται ὁλοτσίτσιδες στὰ μάτια τοῦ κόσμου! Τὰ κορίτσια σὰν τὴν Ἀθηνᾶ ἔνοιωθαν ὀξὺ τὸν πόνο ποὺ οἱ ὀξεῖες προκαλοῦσαν στὸ κορμί τους.
Ὡρισμένες λέξεις εἶχαν, μετὰ τὴν ἀπρόσμενη ἀλλαγή, πάθει κρίσι ταυτότητας. Τὸ «είργω» γιὰ παράδειγμα ἀναρωτιόταν:
— Τώρα τί κάνω; Ἐμποδίζω τὴν εἴσοδο, ἅρα ἡ θέσις μου εἶναι πορτιέρης σὲ νυκτερινὸ κέντρο, ἢ τὴν ἔξοδο, ὁπότε εἶναι πιὸ καλὸ νὰ ἀναζητήσω δουλειὰ ὡς νυκτοφύλακας;
— Σὲ νοιώθω, φίλε μου, ἀπαντοῦσε τὸ «άρμα». Κι ἐγὼ δὲν ξέρω πιὰ ἂν ἐκπυρσοκροτῶ ἢ κυλῶ μὲ τὴν βοήθεια ἑρπυστριῶν.
Ἀκόμα καὶ οἱ θεοὶ ἀντιμετώπισαν προβλήματα. Ἡ θεὰ Ἥρα ἔγινε ἔξαλλη βλέποντας τὴν παρακάτω διαφήμισι:
Ἦρα: Ἐμπιστευθῆτε τὸ ΗΡΟΤΕΛ. Τὸ μόνο φάρμακο ποὺ τὴν ἐξαφανίζει.
— Δίαααααα! Καὶ πληρωμένους φονιάδες ἔβαλες γιὰ νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ μένα; Ἡ ἐπιστήμη στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἐγκλήματος;
— Ἡρέμησε, καλή μου, ἀποκρίθηκε ὁ Νεφεληγερέτης. Τὸ Ἠροτὲλ ἐξαφανίζει τὴν ἦρα, τὸ ζιζάνιο τοῦ σιταριοῦ, ὄχι ἐσένα. Δὲν ἔχει βρεθῆ ἀκόμη φάρμακο γιὰ ζηλιάρες θεές… δυστυχῶς!
Ἡ προστάτις τῆς οἰκογενείας δὲν ἄκουσε τὶς τελευταῖες λέξεις τοῦ πατέρα τῶν θεῶν. Ἦταν, βλέπετε, πολύ συγχυσμένη. Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ τὴν μπερδεύουν, ὁλόκληρη θεά, μὲ ζιζάνιο!
Μὲ τὴν πάροδο τῶν χρόνων ἡ κατάστασις ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο. Οἱ ἄνθρωποι, προοδευτικά, ἔπαψαν νὰ σημειώνουν καὶ τὸ μοναδικὸ σημάδι ποὺ εἶχε ἐπιζήσει τῆς καταστροφῆς. Ἐθεωρεῖτο «προοδευτισμὸς» ἡ πνευματικὴ καὶ τονικὴ ἀταξία, ποὺ καλύφθηκε κάτω ἀπὸ τὸν μανδύα τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας στὴν ἔκφρασι. Ἔτσι συνέβησαν τὰ ἑξῆς εὐτράπελα:
«Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε πώς, μετὰ τὴν τελευταία περιπέτεια τῆς ὑγείας του, αἰσθάνεται ἀπολύτως γέρος», εἶπε ἡ ἐκφωνήτρια τῶν βραδινῶν εἰδήσεων, πού, λόγῳ προχωρημένου τῆς ὥρας καὶ τῆς ἀπουσίας τόνου, δὲν ἀντελήφθη πὼς ἐγέρασε πρὶν τῆς ὥρας του τὸν πρόεδρο τοῦ κυβερνῶντος κόμματος. Τὸ ἀντελήφθη ὅμως ἐκεῖνος καὶ τὸ ἄλλο πρωῒ ἡ ἐκφωνήτρια ἐστάλη ὡς ἀνταποκρίτρια τοῦ σταθμοῦ στὴν Ἀκτὴ τοῦ Ἐλεφαντοστοῦ.
Σὲ ἔξαλλη κατάστασι, νεαρὴ ἀνερχόμενη ἡθοποιὸς σουρομάδησε ἔγκριτη δημοσιογράφο, μηνύοντάς την ταυτοχρόνως γιὰ ψευδῆ ἀπόδοσι δηλώσεων. Βλέπετε, ὁ πλούσιος καὶ κάποιας ἡλικίας συνοδός της τὴν χώρισε, ἀφοῦ διάβασε τὸν τίτλο τῆς τελευταίας της συνεντεύξεως: «Κοντά του γερνῶ κάθε μέρα...»
Νοικοκυρὰ ἐπετέθη σὲ φίλη της φωνάζοντας: — Γι᾿ αὐτὸ ἐσένα σοῦ πετυχαίνουν τὰ ψωμιά. Διάβασα τὴν συνταγή. Βάζεις μάγια μπύρας. Ποῦ θὰ βρῶ ἐγὼ μπύρα μὲ μάγια, μοῦ λές; Μάγισσα!
Οἱ δάσκαλοι στὰ σχολεῖα τραβοῦσαν ὅσα μαλλιὰ τοὺς εἶχαν ἀπομείνει διαβάζοντας στὰ γραπτὰ τῶν μαθητῶν τους:
«Ὁ νόμος τῆς Ἀττικῆς ἦταν πολὺ μεγάλος», ἤ:
«Ὁ Νεύτων εἶναι ὁ ἐφευρέτης τοῦ νομοῦ τῆς βαρύτητος».
Μαθητὴς ἀπεβλήθη, γιατὶ σὲ ἔκθεσι ἰδεῶν ἔγραψε τὴν φράσι:
«Σοῦ εἶπα μαλακα τὰ θέλω τὰ παπούτσια»· τέτοιο μπάχαλο!
Γιὰ νὰ λυθῆ τὸ πρόβλημα, ἔπρεπε νὰ ξαναρχίση ἡ διδασκαλία τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος. Πῶς ὅμως ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἐκπαιδευτικούς, ποὺ τὸ γνώριζαν καὶ ἀκόμη βρίσκονται στὴν ὑπηρεσία, θὰ ἔπρεπε νὰ πείσουν τοὺς μαθητὲς νὰ τὸ υἱοθετήσουν γιὰ νὰ τὸ ἐφαρμόσουν; Ὅλοι ἦσαν μιᾶς κάποιας ἡλικίας καὶ οἱ νέοι δὲν τοὺς ἐμπιστεύονταν.
Ἡ λύσις ἦρθε τόσο ἀπροσδόκητα, ὅσο καὶ ἡ ἐμφάνισις τοῦ προβλήματος. Ἕνας νεαρὸς μανιώδης μὲ τὴν τεχνολογία ἀνεκάλυψε σὲ ἕνα βιβλίο ποὺ εἶχε ἀκδοθῆ πρὶν ἀπὸ τὴν κατάργησι τόνων καὶ πνευμάτων αὐτὰ τὰ ἀλλόκοτα, γιὰ τὴν γενιά του, σημάδια. Τὰ θεώρησε μηνύματα ἀπὸ τὸ παρελθὸν καὶ θέλησε νὰ τὰ στείλη μέσῳ τοῦ ὑπολογιστοῦ σὲ ὅλους του τοὺς φίλους. Ἔφτιαξε γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν πρόγραμμα μὲ τὸ ὁποῖο, ὁποιοδήποτε κείμενο, γραμμένο ἀκόμη καὶ χωρὶς τὸν παραμικρὸ τόνο, ἀποκτοῦσε τὰ μαγικὰ σήματα τοῦ παρελθόντος μὲ τὸ πάτημα ἑνὸς κουμπιοῦ. Στὴν συνέχεια, ἔσπασε τοὺς κωδικοὺς καί, μέσω Διαδικτύου, διωχέτευσε τὸ πρόγραμμά του μὲ τὴν μορφὴ ἰοῦ σὲ ὅλες τὶς σελίδες ποὺ ἐνδιέφεραν τοὺς νέους.
Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ἐκπληκτικό! Τὰ παιδιά, ἐπιρρεπῆ σὲ κάθε καινοτομία, ἀγκάλιασαν τὸ νέο φαινόμενο. Τοὺς φαινόταν διασκεδαστικὸ νὰ ἐπιλέγουν τὸ σωστὸ σημάδι πάνω ἀπὸ κάθε λέξι. Αὐτὸ ἔγινε σιγὰ-σιγὰ παιγνίδι ἠλεκτρονικό. Πῶς παλιὰ κέρδιζες ἂν ἔβρισκες τὸν θησαυρὸ ξεπερνῶντας διάφορα ἐμπόδια; Κάτι τέτοιο. Εἶχες δικαίωμα νὰ κάνης τρία μόνο λάθη, προκειμένου νὰ τονίσης σωστὰ ἕνα κείμενο. Ἂν πετύχαινες, προχωροῦσες σὲ νέα πίστα μὲ μεγαλύτερη δυσκολία. Σκοπὸς ἡ συγκέντρωσις ὅσο τὸ δυνατόν μεγαλύτερης βαθμολογίας, γιὰ νὰ βγῆ ὁ ΜΕΓΑΣ ΟΡΘΟΓΡΑΦΟΣ.
Σήμερα ὁ τονισμὸς κειμένων εἶναι τὸ δημοφιλέστερο παιγνίδι στὴν Ἑλλάδα. Συναντᾶται σὲ πολλὲς ἐκδόσεις γιὰ παιδιά, ἐνήλικες, ἀρχαρίους, προχωρημένους. Ὅλοι ἔχουν ξετρελλαθῆ μὲ αὐτὸ καὶ ὁ ἐφευρέτης του ἔγινε ὁ πλουσιότερος κάτοικος τούτης τῆς χώρας.

16/5/09

Μετὰ τὴν μπόρα...

τοῦ Νικολάου Π. Ἀνδριώτου

Ἡ μπόρα ἔχει περάσει, ἀλλὰ θυμωμένα κυλοῦν τὰ θολὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ δίπλα ἀπὸ τὸ μεγάλο χωριό, ποὺ ἁπλώνεται στὸν εὔφορο κάμπο.
Εἶναι τουρκικὸ τὸ χωριό. Φρεσκοπλυμένο ἀπὸ τὸ χορταστικὸ λουτρό, χαίρεται τώρα τὴν εὐλογία τοῦ ἥλιου καὶ στεγνώνει γοργά, βυθισμένο στὴν μακαριότητα τῆς εὐτυχίας του.
Δὲν ἦταν ὅμως πάντα τουρκικό. Σὲ παλαιότερη ἐποχή, τότε ποὺ τὸ σημερινὸ Ἐρζεροὺμ λεγόταν Θεοδοσούπολις, εἶχαν χτισθῆ δίπλα στὸν Ἄκαμψι ποταμό, στὴν ἄκρη τοῦ εὔφορου ἐκείνου ὀροπεδίου, λίγα σπίτια ἀπὸ οἰκογένειες ἀκριτῶν τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους. Ἀργότερα, μὲ τὴν κατάλυση τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Βυζαντίου, Τοῦρκοι ἦρθαν κι ἐγκαταστάθηκαν στὸ ἑλληνικὸ χωριὸ κι ἀνάγκασαν τοὺς κατοίκους του ν’ ἀλλαξοπιστήσουν καὶ νὰ δεχθοῦν τὸν μωαμεθανισμό.
Ἀπὸ κείνη τὴν ἡμέρα σίγησε κι ἡ καμπάνα τῆς μικρῆς ἐκκλησούλας, καὶ στοὺς τέσσαρες αἰῶνες καὶ περισσότερο, ποὺ πέρασαν ἀπὸ τότε, δὲν ἀπέμεινε πιά, οὔτε σὰν θολὴ ἀνάμνηση, ἡ χριστιανικὴ καταγωγὴ τῶν πρώτων κατοίκων.
Στεγνώνει λοιπὸν τὸ τουρκικὸ χωριὸ ὕστερα ἀπὸ τὴν μπόρα, ἐνῷ στὸ καφενεῖο οἱ ἡλικιωμένοι Τοῦρκοι, καθισμένοι σταυροπόδι σὲ μαλακὰ στρωσίδια, ρουφοῦν ἡδονικὰ τοὺς ναργιλέδες τους καὶ διηγοῦνται εὔθυμες ἱστορίες.
Ἔξαφνα σπαρακτικὲς φωνὲς ἀκούονται ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ποταμοῦ· δυὸ μικρὰ Τουρκόπουλα, παίζοντας στὴν ὄχθη, ἔπεσαν στὸ ποτάμι καὶ τὰ πῆρε τὸ ὁρμητικὸ ρεῦμα. Μιὰ γυναίκα, ποὺ εἶδε τὸ ἀτύχημα, ἔβαλε τότε τὶς φωνὲς καὶ ξεσήκωσε τὸν κόσμο.
Τὸ καφενεῖο ἄδειασε στὴν στιγμή. Ὅλοι οἱ θαμῶνες ἔτρεξαν κατὰ τὸ ποτάμι, καὶ μαζὶ μὲ ὅλους, κι ὁ μουχτάρης τοῦ χωριοῦ, ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος, ὅπως θὰ λέγαμε ἐμεῖς.
Μάταιος κόπος! Τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο παιδιά, ἕνα ἀγόρι πέντε χρονῶν, εἶχε ἤδη πνιγῆ, ὅταν ἔφτασε ἡ βοήθεια, καὶ τ’ ἄλλο συνομήλικό του, δὲν εἶχε πιὰ ἀνάγκη ἀπὸ βοήθεια· αὐτὸ τὰ κατάφερε νὰ φτάση μόνο του στὴν ὄχθη, λίγο παρακάτω ἀπὸ τὸ σημεῖο τοῦ ἀτυχήματος. Ἦταν βρεγμένο ὡς τὸ κόκκαλο, ἀλλὰ ἔβλεπε τὸ μαζεμένο πλῆθος χαμογελαστό, σὰν νὰ μὴν εἶχε γίνει τίποτε τὸ σπουδαῖο.
Ὁ μουχτάρης τὸ πῆρε στὴν ἀγκαλιά του κι ἄρχισε νὰ τὸ χαϊδεύη.
- Πῶς τὰ κατάφερες, παιδί μου, νὰ γλυτώσης; ἔλεγε καὶ ξανάλεγε. Μπράβο! Ἐσὺ θὰ γίνης σωστὸς ἄνδρας! Θὰ φοβήθηκες ὅμως πολύ, ἔτσι δὲν εἶναι;
- Καθόλου! ἀποκρίθηκε ὁ μικρὸς ἀθῶος. Δὲν φοβήθηκα καθόλου. Μὲ κρατοῦσε ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ στὴν ἀγκαλιά της καὶ μ’ ἔσπρωχνε σιγὰ - σιγὰ στὴν ἀκροποταμιά.
Ὁ μουχτάρης ἔμεινε περίεργος.
- Ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, εἶπες; Καὶ ποῦ τὴν ξέρεις ἐσὺ τὴν μητέρα τοῦ Θεοῦ;
- Τὴν ξέρω! Τὴν ἔχομε στὸ σπίτι μας, ζωγραφισμένη σ’ ἕνα σανιδάκι!
Μιὰ ὑποψία γεννήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπάντηση τοῦ μικροῦ στὴν σκέψη τοῦ μουχτάρη.
- Πᾶμε νὰ μοῦ τὴν δείξης κι ἐμένα! λέει στὸ Τουρκόπουλο. Πᾶμε!
Σὲ λίγο ἔφτασαν στὸ σπίτι, ὅπου βρισκόταν μόνο ἡ γιαγιὰ κι ἡ μητέρα τοῦ μικροῦ· ὁ πατέρας του ἔλειπε.
Οἱ δυὸ γυναῖκες δὲν εἶχαν ἰδέα ἀπὸ τὸ ἀτύχημα καὶ μὲ ἔκπληξη καὶ ἀπορία παρατηροῦσαν τὸν ἐπίσημο ἐπισκέπτη. Ἡ ἔκπληξή τους ὅμως ἔγινε τρόμος μεγάλος, ὅταν εἶδαν τὸ παιδί τους νὰ τοῦ δείχνη μιὰ μικρὴ πόρτα στὸν τοῖχο τοῦ ἐσώτερου διαμερίσματος τοῦ σπιτιοῦ καὶ νὰ τοῦ λέη: «Νά, ἐδῶ μέσα εἶναι, ἄνοιξε νὰ δῆς!».
Ἔκαμαν τὸτε μιὰ κίνηση πρὸς τὰ ἐκεῖ, γιὰ νὰ ἐμποδίσουν τὸν μουχτάρη, μὰ ἐκεῖνος εἶχε κιόλας ἀνοίξει τὴν πορτούλα.
Καὶ τότε ἕνα θέαμα καταπληκτικὸ παρουσιάσθηκε στὰ μάτια του: Σ’ ἕνα μικρὸ καὶ σκοτεινὸ δωμάτιο, δίχως κανένα παράθυρο, ἕνα καντῆλι ἔκαιε μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας. Εὐωδία ἀπὸ θυμίαμα ξεχύθηκε τὴν ἴδια στιγμὴ ἀπὸ τὸν κρυψῶνα καὶ γέμισε τὰ ρουθούνια τοῦ Τούρκου, ποὺ ρούφηξε ἡδονικὰ τὸ ἄγνωστο γι’ αὐτὸν ἄρωμα.
Οἱ γυναῖκες παγωμένες ἀπ’ τὸν τρόμο, δὲν εἶχαν τὴν δύναμη ν’ ἀρθρώσουν λέξη, καὶ μόνο τὰ μάτια τους, στυλωμένα στὴν εἰκόνα, ἔστελναν θερμή, σιωπηλὴ ἱκεσία πρὸς τὴν Θεομήτορα, νὰ τὶς βοηθήση στὴν δύσκολη ἐκείνη περίσταση.
Ἄφωνος ὅμως κι ἀκίνητος στεκόταν μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα καὶ ὁ μουχτάρης, ὁ φανατικὸς Τοῦρκος, ποὺ ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φαντασθῆ ὅτι θὰ ἔκαμε στὸ χωριό του τέτοια ἀνακάλυψη. Τὸ γλυκύτατο βλέμμα τῆς Παναγίας, μὲ τὸ θεῖο βρέφος στὴν ἀγκάλη Της, τοῦ εἶχε κάμει ἀνέκφραστη ἐντύπωση.
- Αὐτὴ εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ κρατοῦσε στὰ χέρια της. Τὴν εἶδες; εἶπε ὁ μικρὸς μὲ φωνὴ χαρούμενη, λὲς καὶ εἶχε κάμει κατόρθωμα.
Οἱ γυναῖκες ἔπεσαν στὰ πόδια τοῦ μουχτάρη κι ἄρχισαν νὰ τὸν παρακαλοῦν.
- Μὴ μᾶς κάνης κακό, ἐφέντη πολυχρονεμένε, κι ἐμεῖς θὰ παρακαλοῦμε τὴν Παναγία νὰ σὲ φυλάγη καλά…
- Ὥστε εἶστε Χριστιανοί; πρόφερε ἀργά.
- Ναί! …δὲν πειράζομε ὅμως κανένα. Ἀκολουθοῦμε τὴν πίστη τῶν πατέρων μας, ὅπως τὴν πῆραν κι ἐκεῖνοι ἀπ’ τοὺς δικούς τους πατέρες… Μὴ μᾶς κάμης κακό… ἐφέντη!
Ὁ μουχτάρης στάθηκε μερικὲς στιγμὲς σιωπηλός. Ἔπειτα μὲ φωνὴ σιγανή, σὰν νὰ ἤθελε ν’ ἀνακοινώση κάποιο μυστικό, λέει στὶς γυναῖκες:
- Μὴ φοβᾶστε! Προσέξτε ὅμως, μὴ πῆτε κι ἐσεῖς σὲ κανένα, ὅτι ἦρθα στὸ σπίτι σας καὶ εἶδα αὐτὸ ποὺ εἶδα… Κάπου – κάπου θὰ σᾶς στέλνω λίγο λάδι νὰ βάζετε στὸ καντῆλι, πρόσθεσε, ἐνῷ προχωροῦσε πρὸς τὴν ἔξοδο.

Πηγή: Κρυπτοχριστιανικὰ Κείμενα

28/1/09

Τὸ γαϊδουράκι Νάθαν

τοῦ Γεωργίου Βλαχοπούλου

Ἦταν ἕνα ζεστὸ ἀνοιξιάτικο πρωϊνό, στὴν πεδιάδα τῆς Ἰουδαίας. Ὁ φωτεινὸς ἥλιος χάϊδευε μὲ τὶς ζεστὲς ἀκτίνες του τὴν νωπὴ ἀπὸ τὴν πρωϊνὴ δροσιὰ γῆ, κάνοντάς την νὰ ἀχνίζη καὶ τὸ κιτρινοκόκκινο χῶμα νὰ εὐωδιάζη ὑπέροχα. Ὁ Νάθαν, τὸ γαϊδουράκι, ὀρθάνοιξε τὰ μεγάλα, καστανὰ μάτια του κι ἔβγαλε τὸ κεφάλι του ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τοῦ παχνιοῦ, ποὺ ἔβλεπε στὸ ἐσωτερικὸ τῆς αὐλῆς. Ὄρθιος κοντὰ στὸ μαγκανοπήγαδο στεκόταν τὸ ἀφεντικό του, ὁ γέρο-Ἰακὼβ ὁ ἀγωγιάτης, καὶ συζητοῦσε ἔντονα μ’ ἕναν νεαρὸ ψαρᾶ. Οἱ δυὸ ἄνδρες χειρονομοῦσαν ζωηρά, σὰν νὰ κανόνιζαν τὴν τιμὴ γιὰ τὸ ἀγώϊ. «Συνηθισμένο παζάρι», σκέφθηκε ὁ μικρὸς Νάθαν κι ἄνοιξε τὸ στόμα του σὲ ἕνα ἀτέλειωτο χασμουρητό, ποὺ τὸ συνώδευαν οἱ μουσικοὶ λαρυγγισμοί του.

Ἄθελά του τράβηξε τὴν προσοχή του ἕνας ὄμορφος, γαλήνιος, νέος ἄνδρας, ποὺ παρακολουθοῦσε τὴν συνομιλία ἀπὸ μία γωνιά. Δὲν φαινόταν νὰ ἐνδιαφέρεται καὶ πολὺ γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα, λὲς κι ὁ νοῦς του ἔτρεχε κάπου ἀλλοῦ. Ἦταν ντυμένος ἁπλᾶ, μὰ ἀρχοντικά. Τὰ ροῦχα του καθαρά, στὰ πόδια του τυλιγμένα δερματόπλεχτα σανδάλια. Τὰ χέρια λεπτά, μὲ μακρυὰ δάκτυλα. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση ἔδειχνε ἄνθρωπο εὐγενικὸ καὶ καλλιεργημένο. Φαινόταν νὰ κατάγεται ἀπὸ τὴν τάξη τῶν τεχνιτῶν, ἴσως νὰ ἦταν ξυλουργός. Εἶχε μακριά, καστανόξανθα μαλλιά, ποὺ οἱ σγουροὶ κυματισμοί τους ἀκουμποῦσαν ἁπαλὰ στοὺς φαρδεῖς του ὤμους. Δυὸ ὄμορφα γαλάζια μάτια στόλιζαν τὸ πρόσωπο μὲ τὸ πλατὺ φωτεινὸ μέτωπο. Ἡ μορφή του αὐστηρή, μὰ καλοσυνάτη. Ὁ Νάθαν ἔνοιωσε πὼς ἀπὸ κάπου γνώριζε αὐτὸν τὸν Ξένο, μὰ ἀγουροξυπνημένος καθὼς ἦταν, δὲν ἔδωσε ἐκείνη τὴν στιγμὴ συνέχεια στὴν σκέψη του.
Οἱ δυὸ ἄνδρες δὲν ἄργησαν τελικὰ νὰ συμφωνήσουν κι ἔδωσαν τὰ χέρια. Ὁ γερο-Ἰακὼβ μέτρησε μὲ ἱκανοποίηση τὰ δηνάρια, ποὺ ἀκούμπησε στὴν παλάμη του ὁ ψαρᾶς καὶ κατευθύνθηκε μαζί του στὸν στάβλο ποὺ βρισκόταν ὁ Νάθαν. Τὸ γαϊδουράκι μας ἄφησε πρόθυμα νὰ τὸ ὁδηγήση ὁ ψαρᾶς ἀπὸ τὴν τριχιὰ ποὺ ἦταν περασμένη στὸν λαιμό του. Δὲν χρειαζόταν πολὺ γιὰ νὰ μαντέψη τὴν ἀποστολή του: Εἶχε συμφωνηθῆ νὰ μεταφέρη στὴν πλάτη του ἐκεῖνο τὸν σιωπηλὸ ἄνδρα ποὺ στεκόταν παράμερα βυθισμένος στὶς σκέψεις του. Μὲ ἕνα πήδημα στὸ πλάϊ ὁ Ξένος βρέθηκε ἀνεβασμένος στὸν Νάθαν, ποὺ χωρὶς νὰ περιμένη κάποιο πρόσταγμα ξεκίνησε. Μία ἀνηφορικὴ πορεία - γιὰ τὸ γαϊδουράκι καὶ τὸν ἀναβάτη του - ἄρχιζε...

Βέβαια ὁ Νάθαν δὲν συνήθιζε νὰ σκέπτεται, ὅταν πήγαινε φορτωμένος σὲ κάποιο ἀγώϊ. Ἄλλωστε, μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμή, ἡ σύντομη ζωή του δὲν ἦταν καὶ τόσο ἄσχημη. Ὁ γερο-Ἰακὼβ ἦταν καλὸς καὶ δὲν τὸν κτυποῦσε, τὸ παχνὶ ἦταν πάντα ζεστό, τὸ ἄχυρο στεγνὸ καὶ ὁ σανὸς ἀρκετός. Τὸν Νάθαν τὸν προώριζαν συνήθως γιὰ ἐλαφρὰ φορτία, ἀφοῦ ἦταν ἀκόμα ἕνα μικρὸ πουλάρι. Μία φορά, ἦταν ἕνα σακκὶ σιτάρι γιὰ τὸν μῦλο τοῦ κυρ-Ζεβεδαίου τοῦ μυλωνᾶ, κάποια ἄλλη, δυὸ πήλινα δοχεῖα μὲ λάδι, προωρισμένα γιὰ τὸ χάνι τοῦ τελώνη Ζακχαίου, ἐκεῖ στὴν ἄκρη τῆς πόλης. Ἀλλὰ καὶ ἀσκιὰ μὲ κρασὶ ἀνῆκαν στὰ ἐμπορεύματα, ποὺ εἶχαν μεταφέρει στὸ παρελθὸν οἱ τρυφερές του πλάτες.

Ὅμως, αὐτὴ τὴν φορὰ τὸν πλημμύρισε ἕνα αἴσθημα περίεργο, πρωτόγνωρο. Σχεδὸν κατάσαρκα στὴν πλάτη του, χωρὶς σαμάρι, μ’ ἕνα μάλλινο ὑφαντὸ νὰ τὸν χωρίζη ἀπὸ τὸν ἀναβάτη του, μετέφερε τώρα ἐκεῖνον τὸν Ξένο, στὸν ἀνηφορικὸ δρόμο γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα, τὴν Ἅγια Πόλη. Ὁ Ξένος, μὲ μᾶλλον συνηθισμένη σωματικὴ διάπλαση, φαινόταν ἀνάλαφρος. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ μικρὸς Νάθαν ἔνοιωθε τὴν σπονδυλική του στήλη νὰ λυγίζη κάτω ἀπὸ τὸ φορτίο τοῦ ἀναβάτη του: «Θὰ ἔλεγες πὼς κουβαλῶ ὅλο τὸ βάρος τοῦ κόσμου», συλλογίστηκε μὲ ἀπορία τὸ μικρὸ γαϊδουράκι, καὶ μὲ σφιγμένα χείλη ἀγωνίστηκε νὰ κρατήση σταθερὸ τὸν βηματισμό του στὸν γλιστερὸ πλακόστρωτο δρόμο, ποὺ ὡδηγοῦσε στὴν πόλη.

Σὲ ἄλλη περίπτωση θὰ βαρυγκομοῦσε καὶ θὰ στύλωνε τὰ λεπτὰ μπροστινά του πόδια μὲ δύναμη στὸ ἔδαφος, χωρὶς νὰ κουνηθῆ οὔτε μία σπιθαμή. Ὅπως τότε ποὺ κάποιοι σκληρόκαρδοι ἔμποροι ἀπὸ τὴν Σαμάρεια τὸν εἶχαν φορτώσει μὲ δυὸ βαριὰ σακκιὰ χοντρὸ ἁλάτι καὶ τὸν χτυποῦσαν μὲ τὶς βέργες τῆς λυγαριᾶς. Μόνο ποὺ τώρα, χωρὶς νὰ ξέρη κἂν τὸ γιατί, αἰσθανόταν πὼς δὲν ὑπῆρχε κανένας λόγος γιὰ τέτοια πείσματα. Θὲς τὸ τρυφερὸ χέρι τοῦ Ξένου, ποὺ χάϊδευε τὸ κεφαλάκι του ἀνάμεσα στὰ μεγάλα μυτερὰ αὐτιά του, θὲς ἡ ἤρεμη βελούδινη φωνή του, καθὼς σιγοψιθύριζε Ψαλμοὺς τοῦ Δαυίδ, γέμιζαν τὴν καρδιὰ τοῦ μικροῦ Νάθαν μὲ μία ἀνείπωτη γαλήνη, μὲ μία ἀνεξήγητη καρτερία καὶ ὑπομονή. Ἔνοιωθε πὼς δὲν ἤθελε ποτὲ νὰ τελειώση αὐτὸ τὸ ταξείδι, νὰ μὴ κατέβη ποτὲ ἀπὸ πάνω του ἐκεῖνος ὁ Ξένος. Μὰ πάνω ἀπὸ ὅλα, ἦταν ἐκείνη ἡ λάμψη, ποὺ εἶχε μαγέψει τὸ γαϊδουράκι, ἐκεῖνο τὸ ὑπερκόσμιο λαμπερὸ φῶς, ποὺ φώτιζε τὰ πάντα γύρω του, ἕνα φῶς ἄκτιστο, ποὺ λὲς καὶ κατέβαινε ἀπ’ εὐθείας ἀπ’ τοῦ οὐρανοῦ τὰ βάθη γιὰ νὰ καλύψη τὸ πρόσωπο τοῦ Ξένου καὶ -γιὰ ὅσους ἔβλεπαν μὲ τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς- ὁλάκερη τὴν Πλάση γύρω.

Κι ὄπως ἄκουγε τὶς ὁπλές του νὰ ἠχοῦν ρυθμικὰ στὸ πλακόστρωτο, ἄρχισε ἄθελά του νὰ θυμᾶται - χωρὶς νὰ ξέρη τὸ γιατί - τὴν διήγηση τῆς μητέρας του γιὰ τὸ Βρέφος τοῦ Φωτὸς καὶ τῆς Γαλήνης, ποὺ τόσες φορὲς τοῦ εἶχε ἐπαναλάβει τὶς ἀτέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες.

«Ἦταν ἐκείνη τὴν παγωμένη νυχτιὰ στὴν Βηθλεέμ», συνήθιζε νὰ ἀρχίζη τὴν διήγησή της ἡ μητέρα τοῦ Νάθαν, «ὅταν ἄνοιξε ξαφνικὰ στὰ ἄγρια μεσάνυχτα ἡ ξύλινη πόρτα τοῦ στάβλου. Ὅλα τὰ ζῶα ἔνοιωσαν τὴν παγωμένη ἀνάσα τοῦ ἀέρα καὶ στριμώχτηκαν ἀκόμα πιὸ κοντά, χαρίζοντας τὸ ἕνα στὸ ἄλλο τὴν ζεστασιά του. Ἀνάμεσά τους, μικρὸ γαϊδουράκι τότε κι αὐτή, ἡ μητέρα του. Στὴν ἀστροφεγγιά, ποὺ χάριζε χλωμὸ τὸ φῶς της, διαγράφονταν στὴν ἀνοιχτὴ πόρτα οἱ σκιὲς ἀπὸ ἕνα νεαρὸ ζευγάρι ἀνθρώπων. Φαίνονταν νά’ ναι κατάκοποι, ἀπὸ ταξείδι μακρινό. Ἡ γυναίκα ταλαιπωρημένη καὶ χλωμή, μὲ ἕνα γλυκὸ πρόσωπο συσπασμένο ἀπὸ τοὺς πόνους τῆς γέννας, ποὺ κοντοζύγωνε. Ὁ ἄνδρας ἀνήσυχος, ταραγμένος, μὲ μέτωπο αὐλακωμένο ἀπὸ τὶς ρυτίδες ποὺ χαράζει ἡ ἔγνοια κι ἡ ἀγωνία. Τόπο ζητοῦσαν νὰ ξαποστάσουν, νὰ ἀναπαυθοῦν. Μία γωνιὰ γιὰ νὰ ξαπλώση ἡ νεαρὴ γυναίκα τὸ κουρασμένο σῶμα της, νὰ ἀκουμπήση τὸ νεογέννητο, μιᾶς καὶ ἡ ὥρα τῆς γέννας κόντευε. Οἱ κοφτὲς ἀνάσες τῆς γυναίκας ἀκούγονταν ὅλο καὶ πιὸ σύντομες, ὅλο καὶ πιὸ βαθειές. Ὅλα ἔδειχναν πὼς τὰ ζῶα θά ‘πρεπε νὰ μοιραστοῦν τὸ παχνί τους μὲ ἕναν ἀκόμα ἔνοικο. Καὶ πραγματικά: Σὰν ἀπὸ ἕνα ἔνστικτο ἀρχέγονο, τὰ ζῶα τραβήχτηκαν σὲ μία γωνιά, ναὶ στὰ ἀλήθεια, τὸ γαϊδουράκι, τὸ βόδι καὶ τὰ πρόβατα ἔκαναν τόπο γιὰ τὸ νεογέννητο καὶ τὴν βασανισμένη μητέρα του. Κι αὐτή, κάνοντας στρῶμα τὰ ἄχυρα καὶ τὰ ξερόχορτα τοῦ παχνιοῦ, ἔστρωσε καταγῆς τὸν λευκό της μάλλινο μανδύα καὶ μὲ ὅτι κουρέλια τῆς εἶχαν ἀπομείνει, τύλιξε στοργικὰ τὸ γυμνὸ κορμάκι τοῦ Βρέφους. Γιὰ τὰ ζῶα τὸ γεγονὸς τῆς γέννησης ἑνὸς ἀνθρώπου ἀνάμεσά τους ἦταν κάτι τὸ ἐντυπωσιακό. Ἔτσι ἀσυναίσθητα σχημάτισαν ἕναν κύκλο γύρω ἀπὸ τὴν θέση, ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ἡ ἑτοιμόγεννη. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ τῆς γέννας τὰ ζῶα ἔδειξαν τὴν συμπόνοια τους, πλησίασαν καὶ ἔσκυψαν μὲ τὰ κεφαλάκια τους νὰ δοῦν τὸ νεογέννητο τῆς φάτνης καὶ νὰ τὸ ζεστάνουν μὲ τὰ χνῶτα τους. Τί ὄμορφο βρέφος ἦταν! Τί γαλήνιο πρόσωπο ποὺ εἶχε! Κι ἐκεῖνο τὸ διάχυτο φῶς, τὸ ὑπερκόσμιο, τί ἀνείπωτη λαμπρότητα.! Ὅλη ἡ σπηλιὰ ἔλαμψε μὲ μιᾶς, λὲς καὶ τὴν εἶχαν φωτίσει ξαφνικὰ χιλιάδες ἥλιοι», διηγιόταν ἡ μητέρα τοῦ Νάθαν. «Ἦταν μία ἀσύγκριτη, ἀνεπανάληπτη ἐμπειρία γιὰ ὅλη τὴν φύση, ὅλα τὰ ζῶα εἶχαν νοιώσει θαρρεῖς κάποιο σωτήριο γεγονὸς καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ θείου Βρέφους εἶχε σφραγίσει γιὰ πάντα τὴν καρδιὰ καὶ τὴν μνήμη τους, τὸ βίωμα τῆς θείας γέννησης εἶχε ποτίσει καὶ τὸ τελευταῖο τους κύτταρο».

Ἕνα δάκρυ, θυμᾶται, εἶχε γεμίσει τότε τὰ ὄμορφα καστανὰ μάτια τῆς μητέρας του κι εἶχε γίνει σταγόνα μαργαριτάρι, ποὺ στάθηκε στὴν ἄκρη τοῦ βλεφάρου της, σὰν αἰσθάνθηκε τὸ μικρὸ χεράκι τοῦ ἀπροστάτευτου Βρέφους νὰ τῆς χαϊδεύη τὴν μουσούδα, σὰν νὰ ἤθελε νὰ πῆ τὸ δικό του εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ζεστασιὰ ποὺ τοῦ πρόσφερε...

Ἀπορροφημένος στὶς σκέψεις ποὺ τοῦ δημιούργησε ἡ ἀνάμνηση ἀπὸ τὴ διήγηση τῆς μητέρας του, ὁ μικρὸς Νάθαν ἄρχισε νὰ τρικλίζη κάτω ἀπὸ τὸν δυνατὸ ἀνοιξιάτικο ἥλιο. Τί τὸν ἔκανε νὰ θυμηθῆ αὐτὴ τὴν ἱστορία, τώρα; Ποιά σχέση μποροῦσε νὰ ἔχη ἐκεῖνο τὸ Βρέφος τῆς Βηθλεὲμ μὲ αὐτὸν τὸν Ξένο τῆς Ἱερουσαλήμ; Ἀνεξήγητο συναίσθημα. Κι ὅμως, τὸ ἴδιο αἴσθημα Γαλήνης, τὸ ἴδιο ἄπλετο Φῶς, ἡ ἴδια τρυφερότητα τοῦ χεριοῦ ποὺ ἀκουμποῦσε ὅλη τὴν ὥρα στὸ κεφαλάκι τοῦ Νάθαν. Ναί, δὲν ἔκανε λάθος! Στὰ βάθη τῆς ὕπαρξής του ἔνοιωθε, πὼς δὲν μποροῦσε νὰ κάνη λάθος. Ὁ Ξένος της Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸ Βρέφος τῆς Βηθλεὲμ εἶχαν μὲ βεβαιότητα κάτι κοινὸ μεταξύ τους. Τὸ ἔνστικτο τῶν ζώων, ἡ ἁγνὴ καὶ ταπεινὴ φύση δὲν ἔκανε λάθος !

Ὁ Νάθαν μὲ τὸν ἀναβάτη του ἔφτασαν τώρα στὴν Ἅγια Πόλη. Πέρασαν τὴν μεγάλη Πύλη καὶ τράβηξαν τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἀγορά. Μὰ τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἀντίκρυζαν τὰ μάτια του; Πανηγύρι χαρᾶς ! Οἱ ἄνθρωποι, πλῆθος ἀμέτρητο καὶ ἀσυγκράτητο, εἶχαν ξεχυθῆ στοὺς δρόμους νὰ προϋπαντήσουν τὴν μικρὴ συντροφιά. Μὲ χαρούμενες φωνὲς κι ἀλαλαγμοὺς περικύκλωσαν τὸ γαϊδουράκι καὶ τὸν ἀναβάτη του, ἐνῷ ἀνέμιζαν στὰ χέρια τους κλαδιὰ ἀπὸ φοινικόδενδρα καὶ βάγια. «Ὡσαννά, ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», ἀκούγονταν κραυγὲς χαρᾶς ἀπὸ κάθε στόμα. Τὸ γαϊδουράκι μας στὴν ἀρχὴ τρόμαξε. Στύλωσε τὰ μυτερὰ αὐτιά του πρὸς τὰ μπρὸς κι ἀφουγκράστηκε τὶς ἰαχὲς τοῦ πλήθους. Ὅλα τοῦ φαίνονταν ἀπειλητικά. Μὰ ἡ βελούδινη φωνὴ τοῦ ἀναβάτη του, ποὺ ἔσκυψε τρυφερὰ ἀπὸ πάνω του, τὸ ἡσύχασε. «Μὴ φοβᾶσαι, Νάθαν», τοῦ ἔλεγε. «Σήμερα μὲ ἀγαποῦν καὶ μὲ δοξολογοῦν, αὔριο θὰ μὲ μισοῦν καὶ θὰ φωνάζουν «σταυρῶστε τον». Μὴ φοβᾶσαι, ὄπως δὲν φοβήθηκε καὶ ἡ μανούλα σου τὶς ἄγριες φωνὲς τῶν στρατιωτῶν τοῦ Ἡρώδη, ποὺ μὲ καταδίωκαν, ὅταν αὐτὴ μὲ φυγάδευε στὴν Αἴγυπτο». «Τὸν Πόνο τὸν διαδέχεται ἡ Χαρὰ καὶ τὸν Σταυρὸ ἡ Ἀνάσταση. Μὴ φοβᾶσαι !»...

Τί λόγια παράξενα ἦταν αὐτὰ ποῦ ἄκουγε; Καὶ πῶς ὁ Ξένος γνώριζε τὸ ὄνομά του; Κι αὐτὸ πάλι, μὲ τὴν φυγὴ στὴν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου; Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ τὸ ἔχη πῆ ; Τώρα ὁ Νάθαν ἦταν πιὰ σίγουρος γιὰ τὴν ταυτότητα τοῦ ἀναβάτη του. Τί μικρὸς ποὺ ἦταν ὁ κόσμος λοιπόν, σκέφτηκε. Ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖον ἡ μανούλα του εἶχε πῆ, πὼς εἶχαν ἔλθει σοφοὶ καὶ βασιλιάδες νὰ τὸν προσκυνήσουν σὰν μεγάλο τοῦ Κόσμου Βασιλιᾶ, ἔμπαινε σήμερα θριαμβευτὴς καὶ μὲ βασιλικὲς τιμὲς στὴν Ἱερουσαλήμ, κι αὐτός, ὁ μικρὸς Νάθαν, τὸ γαϊδουράκι, εἶχε τὴν τιμή, νὰ Τὸν κουβαλᾶ στὴν πλάτη του!

Στὴν σκέψη αὐτὴ ὁ Νάθαν σήκωσε περήφανα τὸ κεφάλι του, τέντωσε ἀποφασιστικὰ τὰ μεγάλα του αὐτιὰ καὶ προχώρησε μὲ βῆμα θριαμβευτικὸ ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ποὺ ζητωκραύγαζε.

Ἔτσι ἔφτασαν στὴν ἀγορά. Ἐδῶ ὅμως τελείωνε καὶ τὸ ἀγώϊ. Οὔτε ποὺ τὸ κατάλαβε ὁ μικρὸς Νάθαν γιὰ πότε τὰ ξετρελλαμένα πλήθη σήκωσαν καὶ πῆραν στὸν ὦμο τους τὸν δικό του Ξένο, ποὺ γρήγορα χάθηκε στὴν ἀγκαλιά τους. «Τί κρῖμα», συλλογίστηκε ὁ Νάθαν. Σὲ μία στιγμὴ εἶχε ξεχάσει τὸν κόπο τῆς πορείας καὶ τὸ ἀβάσταχτο βάρος τοῦ φορτίου. Ἕνας γλυκὸς πόνος γέμιζε τὴν καρδιά του. Πόσο θὰ ΄θελε νὰ ξανασυναντήση τὸν Ξένο! Πολὺ ἀργά. Τὸ τράβηγμα τῆς τριχιᾶς στὸ λαιμό του τὸν γύρισε βίαια πίσω στὴν πραγματικότητα. Κάποιο νέο ἀγώϊ περίμενε..

Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες τὸ γαϊδουράκι Νάθαν τραβοῦσε - στὸ νέο του ἀγώϊ - γιὰ τὸ πλακόστρωτο τοῦ Γολγοθᾶ, φορτωμένο μὲ ἕνα βαρὺ καλάθι γεμᾶτο καρφιὰ καὶ σφυριά, δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ πιστέψη πὼς θὰ συναντοῦσε καὶ πάλι τὸν ἀγαπημένο του Ξένο.

Μὰ τί τραγικὸ θέαμα ἀντίκρυζαν τώρα τὰ μεγάλα καστανὰ μάτια του! Ποῦ ἦταν τὸ κάλλος, ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ ἀρχοντιὰ τοῦ χθεσινοῦ ἀναβάτη; Τὰ λινά του ροῦχα ξεσκισμένα καὶ στοὺς ὤμους του ριγμένη μία κόκκινη ματωμένη χλαμύδα, τὰ μεγάλα τρυφερὰ χέρια του δεμένα σφιχτὰ μὲ ἕνα δερμάτινο λουρὶ καὶ τὸ φαρδύ του μέτωπο γδαρμένο ἀπὸ ἕνα ἀγκάθινο στεφάνι, μπηγμένο μὲ βία στὸ κεφάλι του. Μόνο ἐκεῖνο τὸ πρόσωπο, τὸ Πρόσωπό Του, ἔμενε πάντα τόσο γαλήνιο, τόσο φωτεινό.

Τὸ πλῆθος ποὺ χθὲς Τὸν ὑποδεχόταν μὲ τιμὲς βασιλικές, ἀνέβαζε τώρα τὸν Ξένο σὰν κοινὸ ἐγκληματία στὸν Σταυρό! Τὸ γαϊδουράκι Νάθαν ἔνοιωσε τὸ αἷμα του νὰ παγώνη στὶς φλέβες του καὶ τὴν καρδιά του νὰ σταματᾷ ἀπὸ τοῦ πόνου τὸ ἀσήκωτο βάρος. Κι ἂς εἶχαν πάρει ἀπὸ ἐπάνω του τὸ καλάθι μὲ τὰ καρφιὰ καὶ τὰ σφυριά, ποιός ξέρει γιὰ ποιὸν προωρισμένα...

Στὴν κορφὴ τοῦ λόφου εἶχαν ἀπὸ νωρὶς στηθῆ οἱ τρεῖς σταυροί. Στὴν βάση τους, ἕνα πλῆθος ἀργόσχολων περίεργων τριγύριζε καὶ περιγελοῦσε τοὺς μελλοθανάτους. Σὲ κάποιο παλούκι δεμένος, ὁ μικρὸς Νάθαν, παρακολουθοῦσε ἄθελά του τὶς σκηνὲς τῆς βαρβαρότητας ποὺ ξετυλίγονταν μπροστὰ στὰ μάτια του καὶ ἡ ἁγνή του καρδιὰ δὲν ἔβρισκε ἐξήγηση γιὰ τὴν σκληρότητα τῶν ἀνθρώπων. Γύρισε τὸ κεφάλι του νὰ μὴ βλέπη. Καὶ ξαφνικὰ ἔνοιωσε τὴν ματιά του νὰ διασταυρώνεται μὲ αὐτὴ τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ναί, ἦταν βέβαιο, ὁ Ξένος τὸν εἶχε ἀναγνωρίσει! Τὸ γαϊδουράκι αἰσθάνθηκε τὸ βελούδινο βλέμμα Του νὰ τὸ χαϊδεύη τρυφερά, παρ’ ὅλο τὸν πόνο ποὺ σίγουρα θὰ ὑπέφερε. Εἶδε τὰ χείλη τοῦ ἀγαπημένου του Ξένου, νὰ κινοῦνται ἀδύναμα, σὰν κάτι νὰ τοῦ ψιθύριζαν. Τοῦ φάνηκε πὼς ἔλεγε «Ἄφησέ τους, συγχώρα τους, πατέρα μου, δὲν γνωρίζουν τί κάνουν».

Ὁ Νάθαν δὲν ἦταν σίγουρος, ἂν ἄκουσε σωστά. Στὸ στῆθος του οἱ παλμοὶ τῆς καρδιᾶς του δυνάμωναν ἀπὸ τὴν ὀργή, σὰν τὰ κύματα τῆς θάλασσας ποὺ τά ‘πιασε ὁ ἀπότομος βοριᾶς. Ἀναστέναξε κι ἔνοιωσε πὼς στέναζε μαζί του ἡ φύση ὁλάκερη γιὰ τὰ βάσανα τοῦ Ἀθώου. Ἦταν ὅμως ἀνώφελο. Τὸ γαϊδουράκι μας ἦταν ἀνήμπορο μπροστὰ στὴν ἀνθρώπινη κακία καὶ ὅσο καὶ νὰ τὸ λαχταροῦσε, δὲν ἤξερε τί θὰ μποροῦσε νὰ κάνη γιὰ νὰ βοηθήση Ἐκεῖνον, αὐτό, ἕνα τόσο ἀσήμαντο πουλαράκι.

Καὶ ξάφνου εἶδε τὸν οὐρανὸ μεσημεριάτικα νὰ σκοτεινιάζη καὶ τὴν γῆ νὰ σείεται συθέμελα. Μία ἀστραπὴ ξέσχισε τὸ στερέωμα καὶ φάνηκε νὰ καρφώνεται μὲ βία στὴν βάση τοῦ Σταυροῦ. Τότε ἔγινε ἡ ὀδύνη του λυγμὸς κι ἕνα μεγάλο δάκρυ γέμισε τὰ ὄμορφα καστανά του μάτια καὶ στάθηκε σὰν σταγόνα μαργαριτάρι στὴν ἄκρη τῶν βλεφάρων. «Μὴ φοβᾶσαι», ἄκουσε πάλι μέσα του τὴν γλυκειὰ φωνὴ τοῦ Ξένου νὰ τὸν καθησυχάζει, «τὸν Πόνο διαδέχεται ἡ Χαρὰ καὶ τὸν Σταυρὸ ἡ Ἀνάσταση. Μὴ φοβᾶσαι καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι...»

Κι ἔγινε μὲ μιᾶς τὸ δάκρυ ἐκεῖνο, τὸ δάκρυ τῆς Χαρμολύπης, τὸ δάκρυ μιᾶς χαρᾶς ἐλπιδοφόρας, ποὺ διαδέχεται τὸν πόνο, μιᾶς Ἀναστάσιμης Χαρᾶς ποὺ ἔρχεται καὶ διώχνει τὴν θλίψη τοῦ Σταυροῦ.

Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ - λένε τὰ παλιὰ βιβλία - ὅλοι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Νάθαν, τοῦ μικροῦ πουλαριοῦ κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρό, ἔχουν γιὰ μόνιμο στολίδι τους μία μαργαριταρένια σταγόνα ἀπὸ τὸ δάκρυ τῆς Χαρμολύπης στὰ ὄμορφα καστανὰ μάτια τους. Κι ἐκεῖνο τὸ σημάδι τοῦ σταυροῦ στὴν πλάτη, ἀπὸ τοὺς ὤμους μέχρι τὴν οὐρά.

Λένε πὼς σχηματίστηκε ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ Σταυροῦ, ποὺ ἔρριξε ἐπάνω του τὸ φῶς τῆς ἀστραπῆς, τὴν ὥρα ποὺ τὰ πικραμένα χείλη τοῦ τόσο γνώριμου κι ἀγαπημένου Ξένου ψέλλιζαν «Τετέλεσται».

Ἂν συναντήσετε ποτὲ στὸν δρόμο σας κάποιο γαϊδουράκι, κοιτάξτε προσεκτικὰ στὰ μάτια του νὰ δῆτε, ἂν ὑπάρχη τὸ μαργαριταρένιο δάκρυ τῆς Χαρμολύπης καὶ ἂν στὴν πλάτη του ἔχη χαραγμένο τὸ σύμβολο τοῦ Σταυροῦ. Ἂν τὰ ἀνακαλύψετε ὅλα αὐτά, σίγουρα εἶστε τυχεροί, ἀφοῦ θὰ ἔχετε συναντήσει κάποιον ἀπόγονο τοῦ μικροῦ Νάθαν, ποὺ γιὰ λίγες μόνο ὧρες πῆρε στοὺς ὤμους του τὸ βάρος ὅλου τοῦ Κόσμου καὶ τὸ ἀπόθεσε στὸν Σταυρό...

27/1/09

Τὰ τραγούδια τοῦ δασκάλου

τῆς Φανῆς Μήτσου - Θεοδωρίδου*

Ἦρθε στὴν νέα του θέσι ὁ κύριος ἐπιθεωρητὴς κι εἶπε ὁ ἄνθρωπος νὰ κάνη σωστὰ τὴν δουλειά του. Ἤξερε, πὼς ὅλα τὰ σχολεῖα τοῦ Πωγωνίου τὸν περίμεναν. Ἄρχισε ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ν’ ἀνεβαίνη κορφές, νὰ κατεβαίνη ράχες, νὰ περνᾷ ρεματιές, νὰ προσπερνᾷ κακοτοπιὲς καὶ νὰ πηγαίνη παντοῦ. Στὸν δάσκαλο μὲ τὸ ἕνα παιδί, στὸν ἄλλον μὲ τὰ τρία, μὲ τὰ πέντε, μὲ τὰ ἕξι, μὲ τὰ δώδεκα. Πῆγε στὸ Βασιλικό, στὴν Ρουψιά, στὸ Μολυβδοσκέπαστο, στὸ Δολό, σὲ ὅλα. Κι ὅταν κάθισε καὶ μέτρησε τὰ χαρτιά του, ἔβλεπε, πὼς κάτι τοῦ ξέφυγε, κάτι τοῦ ἔλειπε. Κοίταξε-ξανακοίταξε καὶ τὸ βρῆκε. Νὰ καλέ, στὴν Ράχη δὲν πῆγε. Φώναξε τὸν βοηθό του.
- Δημήτρη! Αὔριο φεύγω γιὰ τὴν Ράχη. Θὰ λείψω ὅλη τὴν ἡμέρα. Ὅπως βλέπω στὸν χάρτη πέφτει λίγο μακριά.
Ἔσκασε στὰ γέλια ὁ Δημήτρης. Ἄκου καλέ, θὰ πάη καὶ θὰ γυρίση τὴν ἴδια μέρα ἀπὸ τὴν Ράχη.
- Ἄχ, κύριε ἐπιθεωρητά μου, ξέρεις ποῦ βρίσκεται ἡ Ράχη; Ξέρεις πόσες κορφές, πόσες βουνοπλαγιές, πόσες χαράδρες θὲ νὰ περάσης, γιὰ νὰ βρεθῆς στὴν Ράχη; Ἂν δὲν μυρίση Ἄνοιξη, μὴ τὸ τολμήσης.
- Μὰ τί λὲς Δημήτρη; Θὰ ἀφήσω τὸ σχολεῖο, τὰ παιδιά, τὸν δάσκαλο ἕναν χειμῶνα χωρὶς ἐπίσκεψι; Κι ἂν κάτι χρειάζωνται; Μονάχα πές μου, πῶς θὰ πάω, μὲ τί μέσο.
- Σᾶς προειδοποιῶ εἶναι δίπλα, σύρριζα στὰ Ἀλβανικὰ τὰ σύνορα. Ἂς ἔρθη ἡ Ἄνοιξη καὶ μαζὶ θὰ πᾶμε. Τώρα μονάχα μὲ τὸ μουλάρι τοῦ παπᾶ μπορεῖς νὰ πᾶς. Ἂν σᾶς τὸ δώση γιὰ τόσες μέρες. Μονάχα ὁ παπᾶς ἔχει τόσο γερὸ μουλάρι. Βλέπεις, νύχτα καὶ μέρα, χειμῶνα καλοκαίρι, πρέπει νὰ προλάβη τόσα χωριά. Ἄσε τὰ ἀπρόοπτα, ἂν κάποιοι τὸν ζητήσουν. Θὰ σοῦ τὸ δώση ὅμως;
Ἔδωσε ὁ παπᾶς τὸ μουλάρι στὸν κύριο ἐπιθεωρητή, πῆρε στὰ χέρια του τὸν χάρτη καὶ ξεκίνησε. Ρώτησε, ξαναρώτησε καὶ κάποιο πρωῒ ἔφθασε στὸ χωριό, στὴν Ράχη. Τὸν πρῶτο χωρικό, ποὺ βρῆκε, τὸν ρώτησε κατὰ ποῦ πέφτει τὸ σχολεῖο.
- Ξενομερίτης θὰ εἶσαι, τοῦ εἶπε αὐτός. Γιατί, ὅλοι σὲ τοῦτα τὰ μέρη, σὲ τοῦτα τὰ χωριά, ξέρουμε, πὼς τὰ σχολειὰ εἶναι χτισμένα δίπλα στὶς Ἐκκλησιές. Ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Πατρο-Κοσμᾶ μέχρι τὰ σήμερα, οἱ Ἐκκλησίες δίνουν οἰκόπεδα γιὰ νὰ χτιστοῦν σχολειά. Τἄχα δὲν τό ‘χεις ἀκουστά; Ὅπου καμπαναριό, ἐκεῖ καὶ τὸ σχολειό. Κατάλαβες ποῦ θὰ τὸ βρῆς;
Ὁ ἐπιθεωρητὴς κατάλαβε κι ἔσκυψε τὸ κεφάλι. Πῆρε, λοιπόν, τὸ καλντερίμι κι ἔφθασε στὸ σχολεῖο. Μὰ τὸ βρῆκε κλειστό. Οὔτε δάσκαλος οὔτε παιδιά. Λὲς νὰ μπέρδεψε τὶς μέρες; Ὄχι! Οὔτε γιορτὴ οὔτε Κυριακὴ ἔχουμε σήμερα. Νὰ κάνη τόσον δρόμο καὶ νὰ μὴ βρῆ κανέναν. Ρώτησε μερικούς. Κανεὶς δὲν ἤξερε νὰ τὸν πληροφορήση γιὰ δάσκαλο καὶ γιὰ παιδιά. Δὲν τὸν χωροῦσε ὁ τόπος. Εἶπε νὰ ξαποστάση λίγο καὶ νὰ σκεφθῆ τὸν γυρισμό. Δὲν πρόλαβε. Ἀπὸ μακρυὰ ἀκούστηκαν τραγούδια, φωνές, γέλια καὶ ἡ σφυρίχτρα τοῦ δασκάλου. Κάτι τοῦ εἴπανε οἱ χωρικοὶ κι ὁ δάσκαλος τρεχᾶτος φθάνει στὸ σχολεῖο.
Ἄλαλος ἀντικρύζει τὸν προϊστάμενό του. Κατάλαβε ποιός ἤτανε καὶ πόσο ζύγιζε αὐτὸ γιὰ κεῖνον. Μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα, μὲ πικραμένη γλῶσσα ἀρχίζει τὴν ἀπολογία.
- Μὰ πάλι τὴν ἔπαθα, πάλι τὴν ἴδια μέρα, πρὶν ἀπὸ ἕνα χρόνο, ἦρθε κι ὁ ἄλλος καὶ δὲν μὲ βρῆκε καὶ τό ‘γραψε στὰ χαρτιά του. Τί νὰ σοῦ πῶ κύριε προϊστάμενε! Τί νὰ ὁμολογήσω. Ἄτυχος εἶμαι, δύσμοιρος. Αὐτὸ νὰ τὸ πιστέψης. Ἂχ ἡ ψυχή μου, αὐτὴ ἡ ψυχή μου, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνη πίσω.
- Στάσου, δάσκαλέ μου. Πές μου, ποῦ ἤσουνα; Ποῦ τὰ πῆγες τὰ παιδιά; Τὶ εἶναι σήμερα κι ἔκλεισες τὸ σχολεῖο; Πᾶμε μέσα νὰ τὰ ποῦμε ἥσυχα. Σχόλασε τὰ παιδιά. Κοντεύει νὰ βραδυάση.
Πήγανε μέσα, καθίσανε δίπλα στὴν σόμπα. Καὶ τοῦ δασκάλου καὶ τοῦ ἐπιθεωρητῆ τὰ πόδια ἔπρεπε νὰ στεγνώσουν. Ὁ δάσκαλος πῆρε βαθειὰ ἀνάσα κι ἄρχισε:
- Ξέρεις, καμμιὰ φορὰ μὲ πιάνει τὸ μεράκι. Μὲ πιάνει ἡ λαχτάρα νὰ τραγουδήσω. Νὰ τραγουδήσω Ἑλληνικά, γιὰ κείνους κεῖ, τοὺς σκλάβους πατριῶτες, ποὺ βρίσκονται μέσα στὴν ζούγκλα τῶν Ἀλβανῶν, μέσα στὴν Βόρειο Ἤπειρο. Ἔτσι καὶ σήμερα, πῆρα τὰ ἐννιὰ παιδιά μου καὶ ξεκινήσαμε γιὰ τὴν ραχούλα τοῦ Ἅη-Λιᾶ. Ἀκριβῶς ἐκεῖ, μέσα ἀπὸ τὰ σύρματα εἶναι ἕνα σχολεῖο. Πῆρα πληροφορίες, πὼς πᾶνε σ’ αὐτὸ πολλὰ Ἑλληνόπουλα. Πιάνουμε, ποὺ λέτε, τὴν πλαγιὰ κι ἀρχίζουμε τὸ τραγούδι. Τὸ Ἑλληνικό, τὸ κλέφτικο, τὸ Ἠπειρώτικο. Ἔχουμε καὶ τὸν Δῆμο, ποὺ παίζει στὴν φλογέρα του κάθε σκοπὸ Ἑλληνικό, κρατᾷ ἀπὸ τὸν παπποῦ του. Βάζω, λοιπόν, τὰ παιδιὰ καὶ τραγουδοῦν δυνατά, πολὺ δυνατά, μ’ ὅλη τους τὴν καρδιά, ὅσα τραγούδια τῆς Πατρίδας ξέρουν. Καὶ θά ‘μαθες, ἀλήθεια, πῶς τραγουδοῦν οἱ Ἠπειρῶτες.
Μόλις μᾶς βλέπουν τὰ σκλαβόπουλα μὲ χιόνι, μὲ βροχή, στέκονται ἀκίνητα ν’ ἀκολουθήσουν τὸ τραγούδι μας. Καὶ γὼ κάνω τοῦτες τὶς σκέψεις:
Ἂν τὰ σύρματα, ποὺ εἶναι μπροστά μου, ἤτανε βολετὸ νὰ μπαίνανε πενῆντα μέτρα παρὰ πέρα, τοῦτα τὰ κακόμοιρα δὲν θά ‘ταν μαθητές μου; Δὲν θά ‘μουν δάσκαλός τους; Δὲν θά ’χαν κάποιο μερδικὸ στὶς ὧρες τῆς διδαχῆς μου; Μιὰ μέρα στὶς δεκαπέντε, στὶς εἴκοσι νὰ μὴν τοὺς τὴν χαρίζω; Καὶ πιὸ πολὺ ἡ σημερινή, 17 Φλεβάρη, ποὺ ψήφισαν τότε τὸ 1914 τὴν Αὐτονόμησή τους! Ἂχ νὰ τὰ βλέπατε σήμερα, πῶς χτυπούσανε παλαμάκια, πῶς τρέχανε δάκρυα τὰ γλυκά τους ματάκια. Ἀκοῦνε τὴν γλῶσσα τους, ἀκοῦνε τοὺς σκοποὺς τῆς φυλῆς τους. Ἂχ τὰ δόλια, τί ξῦλο τρῶνε ἀπὸ τὸν δάσκαλό τους! Μὰ ἐκεῖνα ἐκεῖ, σὰν τὰ ριζωμένα δέντρα, ἀσάλευτα περιμένουν, νὰ ἀκούσουν ὡς τὸ τέλος ὅλα τὰ τραγούδια καὶ τὸν Ἐθνικό μας Ὕμνο. Νὰ τὸν λένε μαζί μας, καθαρά, δυνατὰ καὶ τὰ χαστούκια τῶν δασκάλων νὰ πέφτουν βροχή. Τί λές, καλέ μου, μπορῶ νὰ σταματήσω νὰ στέλνω τοῦτο τὸ μήνυμα; Τοῦτο τὸ μεγάλο μήνυμα, πὼς κάποιοι νοιάζονται γι’ αὐτοὺς τοὺς σκλάβους; Καὶ ξέρεις, δυὸ φορὲς κάνουμε τὴν Ἐθνικὴ γιορτή. Μιὰ στὸ Ἡρῶο τοῦ χωριοῦ καὶ μιὰ στὴν ραχούλα τοῦ Ἅη-Λιᾶ.
Ὁ κύριος Ἐπιθεωρητὴς δὲν ἄντεξε ἄλλο. Σηκώθηκε κι ἔσφιξε στὴν ἀγκαλιά του τὸν δάσκαλο.
- Δάσκαλέ μου! Λεβέντη, δάσκαλέ μου. Ξεχασμένε ἥρωα, στὴν μακρυνὴ αὐτὴ γωνιά. Γιὰ σένα ἔγραψε, πὼς δὲν σὲ βρῆκε στὸ καθῆκον ὁ ἄλλος;
Ἄφησαν κι οἱ δυὸ τὰ δάκρυά τους ποτάμια νὰ κυλήσουν. Χαλάλι ὁ κόπος του νὰ φθάση ὡς ἐδῶ. Τόση συγκίνησι, τόση περηφάνεια, ὄχι δὲν ἔνοιωσε ὡς τώρα, γιὰ κανέναν δάσκαλο.
Ἔκλαψαν ὥρα πολλή. Καὶ σὰν ἀπόσωσαν τὸ κλάμα γιὰ τὴν χαμένη Ἤπειρο, εἶπαν νὰ βάλουν μιὰ βουκιὰ ψωμὶ στὸ στόμα.
-Θἄλεγα νά ‘ρθης στὸ σπιτικό μου, κύριε προϊστάμενε, μὰ ντρέπομαι, γιατὶ εἶναι φτωχικό.
- Θὰ εἶναι τιμὴ γιὰ μένα νά ‘ρθω στὸ σπίτι σου. Μὰ ἄκου, συνάδελφοι εἴμαστε, τ’ ἀκοῦς;
Καθαρό, πεντακάθαρο τὸ σπίτι τοῦ δασκάλου. Κι’ ἦρθαν ἀμέσως στὴν σκέψι του, ὄλες ἐκεῖνες οἱ αἰτήσεις, ποὺ ἀντιμετώπιζε στὸ Γραφεῖο του, γιὰ μεταθέσεις, γιὰ καλοπέρασι, γιὰ ἀτέλειωτες ἄδειες, γιὰ χίλια παράπονα. Καὶ βρῆκε ἐδῶ, στὰ Ἀλβανικὰ τὰ σύνορα, αὐτὸ τὸ παλληκάρι νὰ μὴ νοιάζεται γιὰ τίποτα, παρὰ τὸ πῶς θὰ φέρη στὰ σκλαβόπουλα τὸ Ἑλληνικὸ τραγούδι. Μήτε μετάθεσι, μήτε προνόμια ζήτησε ποτέ, ἀπὸ κανέναν. Μείνανε ἀργά, μέχρι τὰ ξημερώματα νὰ λένε καὶ νὰ λένε, πάνω στὰ καθαρά, μάλλινα στρωσίδια. Ὁ δάσκαλος, ὁ ξεχασμένος βρῆκε κάποιον, ποὺ τὸν ἄκουγε μ’ ἀδελφικὴ συμπόνοια. Βρῆκε κάποιον ν’ ἀνοίξη τὴν ψυχή του.
-Ξέρεις, συνάδελφε, ὅπως ζητᾶς νὰ σ’ ὀνομάζω, εἶχα μεγάλα ὄνειρα καὶ τὸ μυαλό μου ἔκοβε, ὅπως μοῦ λέγανε στὰ Γιάννενα. Μὰ ἐδῶ στὴν Ράχη, ἔνοιωσα ταγὸς τοῦ γένους καὶ τῆς φυλῆς. Μ’ ὅλη τὴν δόξα καὶ τὴν ἱεραρχία τοῦ κλάδου δὲν ἀλλάζω τὰ τραγούδια στὸν Ἅη-Λιᾶ. Εἶμαι ἡ φωνὴ τῆς Ἑλλάδας στοὺς σκλαβωμένους. Δὲν θὰ μπορέσω νὰ ζήσω ἀλλοῦ, χωρὶς νὰ τραγουδῶ γιὰ τὰ σκλαβόπουλα.
- Δάσκαλε, ἀϊτὲ τῆς Ἠπείρου, φλογέρα τοῦ Κρυστάλλη, λεβέντη τῆς φυλῆς, τραγούδα, τραγούδα δυνατὰ καὶ σὺ καὶ τὰ παιδιά σου. Τραγούδα, γιὰ τοὺς σκλάβους, γιὰ τοὺς δύστυχους. Σκόρπα σ’ αὐτοὺς παλμὸ ἀπὸ τὸν παλμό σου, κουράγιο ἀπ’ τὸ κουράγιο σου, ψυχὴ ἀπ’ τὴν ψυχή σου. Τραγούδα, δάσκαλε.
Αὔριο δὲν θά ‘ρθω στὸ μάθημα. Δὲν μπορῶ νὰ κατεβῶ ἀπ’ τὰ ὕψη ποὺ μ’ ἀνέβασες. Μὰ σ’ ἕνα μῆνα θὰ ξανάρθω. Τότε θὰ μείνω ὅλες τις ὧρες μαζί σου στὸ σχολεῖο. Καὶ ξέρω ἐγὼ τὶ θὰ γράψω στὰ χαρτιά μου. Κι’ ὅταν τελειώσουμε, θὰ πάρουμε, θὰ πάρουμε τὰ παιδιὰ καὶ τὸν Δῆμο μὲ τὴν φλογέρα καὶ θὰ πᾶμε μαζὶ στὴν ραχούλα τοῦ Ἅη-Λιᾶ. Ξέρεις, ἔχω κι ἐγὼ δυνατὴ φωνή, δάσκαλε. Θὰ πᾶμε νὰ τραγουδήσουμε τραγούδια, νὰ τ’ ἀκούσουν οἱ σκλάβοι.
- Θὰ περιμένω. Ὅλοι θὰ περιμένουμε. Ὅλοι μαζὶ θὰ πᾶμε. Θὰ πάρουμε καὶ ὄργανα, βιολιά, νταούλια.
Πῆρε τὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ ὁ ἐπιθεωρητής. Ἀπὸ τότε, κάθε φορά, ποὺ διηγεῖται τὴν ἱστορία μὲ τὰ τραγούδια τοῦ δασκάλου τῆς Ράχης, μέχρι τὰ σήμερα ὁ ἐπιθεωρητής, ὁ Παναγιώτης ὁ Σαργιάννος, τὰ μάτια του βουρκώνουν καὶ τρέχουν ποτάμι τὰ δάκρυα.
Καὶ ’γώ, ἡ δόλια, τ’ ἄκουσα μὲ τ’ αὐτιά μου.

*Ἀπὸ τὸ βιβλίο της «Ἀναμνήσεις καὶ βιώματα»